φωνασκός

φωνασκός
ο
1) крикун; 2) болтун

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "φωνασκός" в других словарях:

  • φωνασκός — one who trains the voice masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φωνασκός — ο, ΝΜΑ, και φωνασκός, ἡ, Α νεοελλ. αυτός που φωνασκεί, που μιλάει φωνάζοντας μσν. αρχ. δάσκαλος τής ωδικής και τής απαγγελίας. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. τού φωνασκῶ] …   Dictionary of Greek

  • φωνασκός — ο αυτός που φωνασκεί, που φωνάζει διαπεραστικά ή που φλυαρεί με ενοχλητική διαπεραστική φωνή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φωνασκοί — φωνασκός one who trains the voice masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φωνασκούς — φωνασκός one who trains the voice masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φωνασκόν — φωνασκός one who trains the voice masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PHONASCI — dicti sunt Moderatores vocis et Magistri, qui eam intorquere, mittere, lenire, exasperare docebant et supplantare; memorati Suetonio in Nerone, c. 25. Neque quicquam serio iocôque egit, nisi adstante Phonascô, qui moneret, parceret arteriis et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • VOCALES — apud Lamprid. in Alex. Sever. c. 34. Nanos et mimas et moriones, et Vocales et exoletos et omnta acroamata populo donavit: Casaubono sunt, qui phonasco dabant operam et vocem ad mollitiem erudiebant. Quam in rem Sidonius de THeodorico Gothorum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • νυχτοπάτης — (caprimulgus europaeus). Πτηνό της οικογένειας των Αιγοθηλιδών, τα πολυάριθμα είδη της οποίας είναι διαδεδομένα σε όλη τη Γη, εκτός από μερικά αρχιπελάγη του Ειρηνικού και τις πολικές περιοχές. Από το συνολικό μήκος του, περίπου 30 εκ., τα μισά… …   Dictionary of Greek

  • φωνασκητής — ὁ, ΜΑ [φωνασκῶ] φωνασκός …   Dictionary of Greek

  • φωνασκικός — ή, όν, Α [φωνασκός] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην τέχνη τής φωνασκίας («ὅς ἔχων φωνασκικὸν ὄργανον...ἐνεδίδου τόνον μαλακόν», Πλούτ.). επίρρ... φωνασκικῶς Α με φωνασκία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»